Δικαιολογημένο δέος για τη χώρα των Οινιάδων και το μοναδικό σχεδόν στον κόσμο αρχαίο ναυπηγείο



Αναμνήσεις, πηγές και θρύλοι που  σχετίζονται εκπληκτικά με τις αρχαίες Οινιάδες και την αρχαία Παλαιομάνινα

Γράφει ο Δημήτρης Στεργίου*

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 η χώρα των Οινιάδων Αιτωλοακαρνανίας μού προκαλούσε δικαιολογημένα έντονο δέος και σφοδρή επιθυμία για έρευνα. Οι λόγοι είναι πολλοί. Παραθέτω, με τη βοήθεια της μνήμης, μερικούς, όπως:
Πρώτον, στην Εγκυκλοπαίδεια  «Ελευθερουδάκη» διάβασα τότε (σελίδα 66) ότι η αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας ταυτίζεται με την Οιναία, με τη σημείωση ότι ήταν οι αρχαιότερες Οινιάδες! Μάλιστα, στην ίδια σελίδα δημοσιευόταν και φωτογραφία, η οποία παρουσίαζε την επιβλητική «Μεγάλη Πόρτα» ή «Αυλόπορτα» με  έναν Ελληνόβλαχο  στα αριστερά να δίνει την εντύπωση ότι είναι «ακοίμητος φρουρός ή προστάτη της» με την ακόλουθη λεζάντα: Μεγάλη Πύλη του τείχους της Οιναίας (αρχαιότερων Οινιάδων), νυν «Παλαιό Μάνι», δηλαδή «Παλαιομάνινα»!
Δεύτερον, το ίδιο διάβασα αργότερα ότι αναφέρει και ο  περίφημος R. Heuze στο βιβλίο του « Le Mont Olympe et l΄  Acarnanie». «Πιστεύω περισσότερο, τόνιζε ο Εζέ, ότι ο Κάσσανδρος  (σημείωση: Βασιλιάς της Μακεδονίας) συγκέντρωσε σε άλλο σημείο της περιοχής, δηλαδή στον περίβολο της Παλαιομάνινας,  μερικά τμήματα του λαού των Οινιάδων, ο οποίος ήταν διασκορπισμένος στην εξοχή…».
Τρίτον, στη συνέχεια διάβασα τη μελέτη του Kendrich Pritchett, στην οποία αναφέρεται η διαφωνία – διαμάχη των κατοίκων των Οινιάδων και της Μητρόπολης (που ταυτίζεται κατά πάσα πιθανότητα  με την  Παλαιομάνινα), οι οποίοι είχαν κοινά εδάφη στα μισά του τρίτου αιώνα π.Χ.
Τέταρτον, επίσης, διάβασα ότι πολλοί, κυρίως ξένοι επιστήμονες, αναφέρουν μιαν επιγραφή, η οποία ορίζει το «διατείχισμα», δηλαδή τα σύνορα μεταξύ των Οινιάδων και της Μητρρόπολης (Παλαιομάνινας) στα μέσα του τρίτου αιώνα π.Χ. και η οποία έχει ως εξής: «Όρια της χώρας Οινιά(δ)αις ποτε Μητροπολίταις το διατείχισμα και από του διατειχίσματος δια το έλος εις την θάλας(σ)αν». Σημειώνεται ότι η λέξη «έλος» αναφέρεται στη λίμνη Μελίτη, για την οποία ο Στράβων  επισημαίνει ότι  είχε  μήκος 30 στάδια και πλάτος  20 (5,55 χ 3,7 χιλιόμετρα) και η οποία ήταν  στην επικράτεια των Οινιάδων και στις εκβολές του Αχελώου. Επίσης, η λέξη «διατείχισμα»  μπορεί να σημαίνει μεταφορικά και χαντάκι ( ο γνωστός Αύλακας!). Όπως διάβασα τότε, οι Οινιάδες, σε ευθεία γραμμή,  είναι οκτώ χιλιόμετρα νότια από το γραμμή αυτή (διατείχισμα) και η Παλαιομάνινα είναι σε μια ίση απόσταση στο βορρά! Όλα τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν  τη στενή σχέση μεταξύ αρχαίων Οινιάδων και αρχαίας Μητρόπολης και την ταύτισή της με την Παλαιομάνινα (όπως προκύπτει και από τις πηγές αυτές).
Πέμπτον, στη συνέχεια διάβασα ότι ο μεγάλος Μεσολογγίτης ποιητής Γεώργιος Δροσίνης, είχε γράψει για το μύθο του Βασιλιά Ανήλιαγου ένα  όμορφο ποίημα στο οποίο αναφέρεται ότι πέθανε στην Παλαιομάνινα! Σημειώνω ότι ο Γεώργιος γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1859 στην Αθήνα στην Πλάκα, αλλά καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και εκείνος φιλομαθής. Έτσι σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια Ιστορία  της Τέχνης στη Λειψία, στη Δρέσδη και στο Βερολίνο. Από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού «Εστία»,  που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894, καθώς και άλλα περιοδικά, ίδρυσε σχολικές βιβλιοθήκες και το εκπαιδευτικό μουσείο, συνέβαλε στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών, της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας, ανέπτυξε πολλές δραστηριότητες. Επίσης, ήταν δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του, την «Εστία» το 1883 και είναι το εξής:
Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος
Στο βασιλιά του Τρίκαρδου, το μοναχό παιδί
οι μοίρες που το μύρωσαν κατάρα είχαν κάνει
πως άμα ο ήλιος το ειδή
ευθύς θε να πεθάνει
Κι’ ο βασιλιάς πατέρας του μ’ ελπίδα να σωθεί
από του ήλιου το κακό και φλογισμένο μάτι
τώχτισε επίτηδες βαθύ
μέσα στη γη παλάτι
Χρόνια πέρασαν…Πέθανε ο γέροντας γονιός
και με την ώρα την καλή θα βασιλέψει τώρα
Ανήλιαγος ο μορφονιός
στου Τρίκαρδου τη χώρα
Κι ο βασιλιάς Ανήλιαγος τις μέρες του περνά
μες’ στα βαθιά παλάτια του και μοναχά το βράδυ
βουνά και κάμπους τριγυρνά
στης νύχτας το σκοτάδι
Κι’ η Κυρά Ρήνη η όμορφη τον είδε μια βραδιά
στο κάστρο εμπρός να κυνηγά μ’ ολόφωτο φεγγάρι
κι ένιωσε αγάπη στην καρδιά
για τ’ άξιο το παλικάρι …
Ο βασιλιάς Ανήλιαγος σαν κάθε βασιλιάς,
τώρα κι αυτός ολονυχτίς στη χώρα δε γυρίζει.
Σ’ αγαπημένη αγκαλιά γυρμένος ξενυχτίζει.
Μα στη χαρά του δεν ξεχνά της μοίρας το γραφτό.
Και πριν να φέξει στο βουνό και πριν να φέξει τ’ άστρο
αφήνει ταίρι ζηλευτό
και φεύγει από το κάστρο.
Του κάκου τον ρωτά η Κυρά γιατ’ έτσι πρωινά
την παρατάει μονάχη ! Εκείνος δεν της κρήνει
και μαύρη ζήλεια τυραννά
τη δόλια Κυρά Ρήνη.
Τόσο, που τι σοφίζεται η πονηρή Κυρά:
Όλους με μια τους πετεινούς του κάστρου της σκοτώνει
για να μη νιώσει μια φορά
ο νιος πως ξημερώνει
Ο βασιλιάς Ανήλιαγος γελιέται την αυγή!
Και πριν να ρθεί στον Τρίκαρδο κοντά στην Παλιο-Μάνη,
κατάρα!
Ο ήλιος είχε βγει
κι ο νιος είχε πεθάνει
Έκτον, ως συνέχεια του προηγούμενου:  Ο Ανήλιαγος ήταν βασιλιάς του Τρικάρδου, όπως ονόμαζαν ήδη από τον Μεσαίωνα την αρχαία πόλη Οινιάδες, που είναι κοντά στην Κατοχή,  ήταν  η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της αρχαίας Ακαρνανίας μετά τη Στράτο και  βρισκόταν στις εκβολές του Αχελώου, αλλά, σήμερα, λόγω των προσχώσεων τού ποταμού, βρίσκεται στα 10 περίπου  χιλιόμετρα μακριά από την αρχαία αυτή πόλη. Σύμφωνα μάλιστα με την παράδοση, την οποία μετέφερε σε ποίημα ο Δροσίνης, στο κάστρο του Τρικάρδου κατοικούσε ένας βασιλιάς  που τον έλεγαν Τρίκαρδο. Αυτός ο βασιλιάς  είχε ένα πανέμορφο πρωτότοκο γιο, που λεγόταν Ανήλιαγος επειδή δεν  έπρεπε ποτέ να τον δει ο ήλιος. Όταν ήταν μωρό μέσα στην κούνια, έσβησε το φως από το λυχνάρι που τού είχε ανάψει ο πατέρας του και οι μοίρες (βλέπετε κι εδώ είναι παρούσες!) τον καταράστηκαν να ζήσει για πάντα δίχως να μπορεί να αντικρίσει το φως του ήλιου. Αλλιώς θα  … πέθαινε! Ο Ανήλιαγος, όταν έγινε ο ίδιος βασιλιάς, ένα  βράδυ γνώρισε και αγάπησε την Κυρά - Ρήνη, πού κατοικούσε στον πύργο της στην Πλευρώνα (αρχαία πόλη της Αιτωλίας) και κάθε νύχτα την επισκεπτόταν, αλλ' έφευγε πάντα πριν ξημερώσει. Η Κυρά - Ρήνη ήταν κατά μία εκδοχή η σύζυγος του Ανδρόνικου Παλαιολόγου και κατά μιαν άλλη κόρη του Αλεξίου Γ΄ Κομνηνού.  Η Κυρά -Ρήνη, επειδή ο βασιλιάς Ανήλιαγος δεν τής έλεγε γιατί φεύγει πάντα τόσο πρωί, κατακλύσθηκε από κακές σκέψεις τις οποίες και εκμυστηρεύτηκε ένα βράδυ, ανοίγοντας τον ακόλουθο διάλογο: «Καλέ μου, γιατί έρχεσαι κοντά μου μονάχα τη νύχτα;», τον ρώτησε. Ο Ανήλιαγος, στην προσπάθειά του να διώξει τις κακές σκέψεις από το μυαλό της Κυρά –Ρήνης απάντησε: «Καλή μου, έρχομαι μονάχα τη νύχτα, διότι το φεγγάρι με έφερε πριν από λίγο καιρό έξω από το κάστρο σου για κυνήγι και το φεγγάρι έλουσε τα πλούσια μαλλιά σου με φως στην πλατιά πύλη και σε αγάπησα». Άρεσαν τα λόγια αυτά στην Κυρά –Ρήνη, όπως και σε κάθε ερωτευμένη γυναίκα, αλλά επέμενε να διώξει από το μυαλό κάθε κακή σκέψη για τον αγαπημένο της: «Ναι, αλλά γιατί πάντοτε φεύγεις  πριν ξημερώσει;», ρώτησε με καχυποψία η Κυρα – Ρήνη. Ο Ανήλιαγος θεώρησε εύκολη την απάντηση και με μια περισσή βεβαιότητα για την πειστικότητα απάντησε: «Μα, καλή μου, ξεχνάς ότι είμαι βασιλιάς και ότι πρέπει να είμαι από το πρωί στο κάστρο μου;». Έτσι, πέρασαν μια ακόμη νύχτα γεμάτη έρωτα. Ο Ανήλιαγος στο κρεβάτι της Κυρά – Ρήνης ρουφούσε τον πόθο της αγαπημένης του και η Κυρά –Ρήνη στο ανήλιαγο, κάτασπρο σώμα του αγαπημένου της, φλόγιζε το κορμί της. Κάποια στιγμή, οι πετεινοί λάλησαν! Και ο Ανήλιαγος έτρεξε, ανέβηκε στο άσπρο άλογό του και επέστρεψε λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος στο κάστρο του.


Ίδια εικόνα, ίδια σκηνή, ίδιες πετεινολαλιές, ίδιος βαρύγδουπος κρότος κλεισίματος της βαριάς πόρτας της πύλης. Οι καχυποψία της Κυρά – Ρήνης φούντωσε. Σηκώθηκε, κοίταξε  με απορία και πολλή σκέψη το δρόμο που έπαιρνε χαράματα ο Ανήλιαγος και αμέσως βρήκε τη «λύση»: Έδωσε εντολή στους έμπιστους υπηρέτες της να σφάξουν όλα τα κοκόρια της περιοχής! Ο Ανήλιαγος περίμενε με αγωνία πότε θα βραδιάσει για να πάει, όπως κάθε βράδυ, στο κάστρο της Κυράς – Ρήνης. Ανέβηκε στο άλογο, έτρεξε γρήγορα προς την αγαπημένη του, ξεπέζεψε και μπήκε στο κάστρο, όπου τον περίμενε με ανάμικτα αισθήματα η Κυρά – Ρήνη, αλλά δεν τα  έδειχνε στον Ανήλιαγο. Πέρασαν ξανά τη νύχτα μαζί και αγκαλιασμένοι έπεσαν να κοιμηθούν. Αλλά, κοκόρια για να λαλήσουν  το πρωί δεν υπήρχαν πια και έτσι ξεχάστηκε λίγο περισσότερο. Όταν ρόδισε η αυγή, ο Ανήλιαγος σηκώθηκε γρήγορα, ανέβηκε στο άσπρο άλογό του και έτρεξε να συναντήσει τον εχθρό του, τον ήλιο! Πέρασε τον Αχελώο, αλλά οι ηλιαχτίδες τον χτύπησαν θανάσιμα, όπως είχαν πει οι μοίρες και πέθανε κοντά στην Παλαιομάνινα, όπως αναφέρει ο Γεώργιος Δροσίνης. Έτσι, τελειώνει ο μύθος για τον βασιλιά Ανήλιαγο.
Έβδομον, για την αρχαία πόλη τελευταία μνεία έχουμε από τον Στράβωνα, όταν αναφέρεται στην ίδρυση της Νικοπόλεως το 30 π.Χ. από τον Οκταβιανό Αύγουστο μετά τη ναυμαχία του Ακτίου, σε ανάμνηση της νίκης του κατά του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας. Οι κάτοικοι των οχυρωμένων παραποτάμιων πόλεων της Ακαρνανίας (μεταξύ των οποίων και οι Οινιάδες και η Μητρόπολη - Παλαιομάνινα), και οι κάτοικοι της Ηπείρου, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους και να μετοικήσουν στη νεοϊδρυθείσα Νικόπολη. Έτσι, κυριάρχησε η «ερημία» στην περιοχή, με αποτέλεσμα να μείνουν  και να είναι στη διάθεση του χρόνου οι επιβλητικές ακροπόλεις, οι  εντυπωσιακοί πύργοι και τα μεγαλειώδη τείχη. Έτσι, θα καταντήσει σε μερικά χρόνια όλη σχεδόν η ύπαιθρος Ελλάς από την «ερημία» και το εφιαλτικό δημογραφικό πρόβλημα…

Το μοναδικό σχεδόν στον κόσμο αρχαίο ναυπηγείο!



Για τους λόγους αυτούς, επισκέφθηκα πολλές φορές τη χώρα των  Οινιάδων. Εκεί θαύμαζα την  περίφημη καμαρωτή πύλη των Οινιάδων, από τις καλύτερα σωζόμενες του είδους της και από τα εντυπωσιακότερα μνημεία της πόλης, όπως και της Παλαιομάνινας. Θαύμαζα το τμήμα του εσωτερικού πολυγωνικού τείχους της ακρόπολης, όπως και της Παλαιομάνινας . Οι Οινιάδες περιβάλλονται από ισχυρό πολυγωνικό τείχος, που έχει περίμετρο 5,4 χλ.. και διέθετε επτά πύλες έξι διαφορετικών τύπων (όπως και η Παλαιομάνινα). Η ακρόπολη έχει δικό της οχυρωματικό περίβολο, του οποίου η μία πλευρά αποτελεί τμήμα του ανατολικού τείχους της πόλης, η άλλη δε είναι εσωτερικό τείχος προς τη μεριά της πόλης, όπως και στην Παλαιομάνινα. Στην αγορά των Οινιάδων έχει αποκαλυφθεί σειρά δημόσιων κτιρίων που ορίζουν τη βόρεια, τη νότια και τμήμα της ανατολικής πλευράς της, όπως και στην Παλαιομάνινα, όπως προκύπτει από τις πρόσφατες ανασκαφές υπό την εποπτεία του διαπρεπούς αρχαιολόγου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Βασίλη Λαμπρινουδάκη.. Ανάμεσά τους εκτείνεται η πλατεία.

Αεροφωτογραφία των νεωσοίκων

Κατά τις επισκέψεις μου θαύμαζα πολλά, όπως ακόμα και το εκπληκτικό θέατρο (ακόμη δεν έχει βρεθεί στην Παλαιομάνινα), ο ναός (ακόμα δεν έχει εντοπισθεί στην Παλαιομάνινα), αι το Βουλευτήριο, το Ηρώο, αλλά αυτό που προκαλεί δέος είναι το ναυπηγείο, τα  νεώρια, που είναι το επιβλητικότερο μνημείο των Οινιάδων και σχεδόν μοναδικό του είδους του. Στο νοτιοδυτικό άκρο της οχύρωσης του λιμανιού βρίσκονται οι νεώσοικοι, ένα από τα επιβλητικότερα μνημεία της αρχαιότητας και σχεδόν μοναδικό, λόγω της εξαιρετικά καλής διατήρησής τους. Οι νεώσοικοι ήταν ένα μεγάλο στεγασμένο κτήριο διαστάσεων 41Χ47 μ., του οποίου οι παρειές, το οπίσθιο τμήμα και το δάπεδο ήταν λαξευμένα στον φυσικό βράχο. Τις παρειές συμπλήρωνε η πολυγωνική οχύρωση, η οποία ενσωμάτωνε και περιέβαλλε κατά τις τρεις πλευρές το μνημείο, ενώ στη συνέχεια έφραζε την είσοδο του γειτνιάζοντος λιμανιού. Στο τέλος των μακρών πλευρών του υψώνονταν πύργοι, οι οποίοι επικοινωνούσαν με δύο πύλες, που προφανώς εξασφάλιζαν την πρόσβαση από την αρχαία πόλη στους νεώσοικους και το λιμάνι. Το εσωτερικό του οικοδομήματος διαιρούσαν συμμετρικά έξι κιονοστοιχίες από δεκαεπτά αρράβδωτους κίονες, που στήριζαν δίρριχτες επιμήκεις στέγες. Μεταξύ των κιονοστοιχιών αναπτύσσονταν πέντε ισόχωρα κλίτη με λαξευτά σκαφοειδή και ανηφορικά προς το βάθος των νεωσοίκων δάπεδα. Πρόκειται για τις ράμπες στις οποίες σύρονταν τα πλοία στον υπόστεγο χώρο.

Το μνημείο πιθανότατα κατασκευάστηκε στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., ενδεχομένως υπό την επιρροή και την υπόδειξη των Αθηναίων, οι οποίοι εξάλλου την εποχή αυτή εγκαθιστούν στρατιωτική βάση στις Οινιάδες, που χρησιμοποιούν ως ναυτικό ορμητήριο των επιχειρήσεών τους. Μετά την καταστροφή των νεωσοίκων περί τα τέλη του 3ου αι. π.Χ., κατασκευάστηκε μικρό ορθογώνιο κτήριο κοντά στο βόρειο κλίτος τους, το οποίο λειτούργησε μέχρι το τέλος της ελληνιστικής εποχής ως μικρό ναυπηγείο ή επισκευαστήριο πλοίων.

*(Δημοσιογράφος από την Παλαιομάνινα. Διετέλεσε διευθυντής του «Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής», διευθυντής Σύνταξης της «Απογευματινής» και του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» και στέλεχος – αρθρογράφος επί 30 χρόνια στις εφημερίδες «Νέα» και «Βήμα»)

Σχόλια