Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Ο συναρπαστικός θρύλος για τον Αλή πασά και τον Ελληνόβλαχο Μίχα Γιάγκα

Η  ιστορία  αρχίζει με τον τρόπο που ο Βλαχοποιμένας  Γιάγκας έσωσε τον νεαρό τότε Αλή Πάσα από τους Τουρκαλβανούς   που τον καταδιώκανε και ολοκληρώνεται με την υλοποίηση από τον μετέπειτα «Τύραννο της Ηπείρου» της χάρης που ζήτησε ο γέρος πια  αρχιτσέλιγκας να αφήσει τους Ελληνόβλαχους να βοσκάνε ελεύθερα τα κοπάδια τους από την Ήπειρο μέχρι την Αιτωλοακαρνανία

Γράφει ο Γιώργος Π. Μπαμπάνης

Οι ιστορίες για τους Ελληνόβλαχους της Ηπείρου και της Ακαρνανίας είναι πάρα πολλές και εντυπωσιακές. Σε συζητήσεις που έχω με το παππού μου Δημήτρη Στεργίου για θέματα που αφορούν τους Ελληνόβλαχους  κάποια στιγμή μέσα σε όλα αυτά μου διηγήθηκε και τoν θρύλο για τον Αλή Πασά και τον Ελληνόβλαχο Μίχα Γιάγκα, τον αρχιτσέλιγκα που ίδρυσε το Σωροβίλι, το σημερινό χωριό Στράτος.
Πρόκειται για έναν θρύλο, τον οποίο είχε διασώσει ο παππούς μου από τις αφηγήσεις γερόντων της Παλαιομάνινας στη δεκαετία του 1950 και υπάρχει καταγεγραμμένος στο βιβλίο του «Τα Βλάχικα έθιμα της Παλαιομάνινας με αρχαιοελληνικές ρίζες» ως εξής:

Μια μέρα, έντρομος ένας νεαρός ζήτησε από τον βλαχοποιμένα  Μίχα Γιάγκα να τον κρύψει κάπου, διότι τον κυνηγούσαν έφιπποι Τουρκαλβανοί για να τον σκοτώσουν. Ο Γιάγκας, χωρίς καθυστέρηση έκρυψε τον νεαρό σε ένα άδειο ξύλινο βαρέλι(τάλαρο) από τυρί. Κατά μιαν άλλη εκδοχή που υπάρχει για τον ίδιο θρύλο στο Κεφαλόβρυσο της Κόνιτσας, από όπου κατέβαιναν οι πρόγονοί μας στη Μάνινα για χειμαδιό, ο Γιάγκας έκρυψε τον νεαρό  σε ένα σωρό από μαλλί.

Σε λίγο ήρθαν οι διώχτες του νεαρού στη στάνη του Γιάγκα και τον ρώτησαν αν είδε να περάσει από εκεί ένα αγόρι, του οποίου περιέγραψαν τα χαρακτηριστικά του. Τότε ο Γιάγκας ψύχραιμος απάντησε αμέσως ότι είδε τον νεαρό να φεύγει τρέχοντας προς  μια,  προς τα μπρος,  κατεύθυνση  και ότι πρέπει να … τρέξουν για να τον προλάβουν και να τον πιάσουν!  Μετά την απομάκρυνση των Τουρκαλβανών καβαλάρηδων, ο νεαρός βγήκε από το βαρέλι (ταλάρι) ή από το σωρό με μαλλί (είναι η μόνη παραλλαγή στον θρύλο αυτό), έμεινε για λίγο στη στάνη βοηθώντας τον Γιάγκα και τους άλλους πιστικούς του, και μετά έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση.

Τα χρόνια πέρασαν. Στα Γιάννινα και σε όλη την περιοχή κυριαρχούσε έως το 1820 η φυσιογνωμία του Αλή πασά κι όλα τα έσκιαζε η φοβέρα και ο τρόμος  από όσα ακούγονταν και λέγονταν για τον τύραννο. Κάποια στιγμή φάνηκε να θυμάται κάτι. Αμέσως φώναξε άγρια, όπως συνήθιζε, και πρόσταξε να πάνε να βρούνε και να τού φέρουν  ένα βλαχοποιμένα που τον λένε Γιάγκα. Ύστερα από έρευνες οι άνθρωποι του Αλή πασά βρήκαν τον Γιάγκα   στη στάνη  του, αλλά σε προχωρημένη πια ηλικία. Είπαν στην οικογένειά του ότι  ο Αλή πασάς ζητάει επειγόντως να πάει ο γέρο – Γιάγκας στα Γιάννινα! Τότε, σπάνια ο Αλη πασάς προσκαλούσε στο παλάτι του και μάλιστα με αυτόν τον τρόπο κάποιο για καλό. Τον πήραν, λοιπόν, τον Γιάγκα και τον πήγαν στα Γιάννινα. Υπάρχει και το σχετικό τραγούδι:

«Ο Γιάγκας καβαλίκεψε στα Γιάννινα να πάει»            
ή                                                                                          
«Ντι λα σόποτου ντι κέρι 
 Γιάγκα αρουκέ ντουφέκιε
τσα σ΄αντούνε τούτς Ριμένιε»,
δηλαδή
«Εκεί στη κρύα βρύση,   
ο Γιάγκας έριξε ντουφεκιές
 για να μαζευτούν όλοι οι Ρωμιοί
(Ελληνόβλαχοι)»                                                                                

Όταν τον πήγαν στο παλάτι, οι άνθρωποι που τον «έπιασαν» έριξαν τον Γιάγκα σαν τσουβάλι στα πόδια  του Αλή πασά. Οι παππούδες μας έλεγαν  ότι έγινε ο ακόλουθος διάλογος:

·         Ξέρεις, μωρέ, ποιος είμαι εγώ;

·         Ξέρω, πολυχρονεμένε μου. Είσαι ο Αλή πασάς, ο άρχοντας της Ηπείρου, απάντησε ο Γιάγκας.

·         Ξέρεις, μωρές μπίρομ, γιατί σε φέρανε εδώ;

·         Δεν ξέρω, βεζήρ εφένδη. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν έχω κάνει κακό σε κανένα. Καλό έχω κάνει! Γι΄ αυτό, σε παρακαλώ πολύ να μ΄ αφήσεις να πάω στο κονάκι μου να περάσω τις τελευταίες μέρες της ζωής μου κοντά στην οικογένειά μου!

·         Τι είναι αυτά που λες, ρε γκιαούρη; Ξέρεις ποιος είναι Αλη – πασάς;

·         Ξέρω, ξέρω, υψηλότατε, αλλά εγώ δεν έχω κάνει κανένα κακό!

·         Έχεις κάνει!

·         Συκοφαντίες, πολυχρονεμένε μου, διαβολιές, είπε και χλόμιασε ακόμα περισσότερο!

·         Τί λες, μωρέ! Συκοφαντίες είναι αυτές που μού λένε ότι κάποτε γλίτωσες ένα αγόρι που το κυνηγούσαν για να το σκοτώσουν;

·         Τί, έκανα κανένα κακό, άρχοντα της Ηπείρου;

·         Έκανες! Ξέρεις, γέρο – Γιάγκα, ποιος ήταν αυτός ο νεαρός;

·         Δεν ξέρω, ούτε με ενδιαφέρει να μάθω!

·         Έτσι, ε!

·         Έτσι κάνουν οι χριστιανοί. Κάνουν το καλό και το ρίχνουν στο γιαλό…

·         Ποιο γιαλό, πολυχρονεμένε μου! Εγώ μόνο στα βουνά έχω μεγαλώσει και ζω!

·         Με δουλεύεις, κιόλας! Ξέρεις ότι αυτός ο νεαρός που έσωσες ήμουνα εγώ, μωρέ!

·         Πού να το ξέρω, υψηλότατε;

·         Εγώ ήμουνα, ρε!

·         Ε, τότε να φύγω τώρα!

·         Όχι, ρε, δεν θα φύγεις!

·         Τί να κάνω εγώ εδώ στα Γιάννινα;

·         Να διασκεδάσεις, ρε γκιαούρη! Πάρε όποια γυναίκα θέλεις από το χαρέμι μου, την πιο όμορφη και ζουμερή να διασκεδάσεις!

·         Μα είμαστε τώρα για τέτοια πράματα;

·         Γιατί, μωρέ, δεν είσαι; Εγώ γιατί είμαι! Πες μου τί θέλεις.

·         Να πάω στο κονάκι μου, στη στάνη μου, στα πρόβατά μου, στην οικογένειά μου!

Ο Αλή πασάς, σταμάτησε για λίγο το διάλογο, χάιδεψε τα μακριά του άσπρα γένια, κοίταξε σκεφτικός τον Γιάγκα που περίμενε με αγωνία την απόφαση του βεζύρη για να φύγει,  και, ξαφνικά φώναξε τους  φρουρούς του: Δώστε στον τσέλιγκα τρία τσουβάλια με φλουριά! Και συνεχίστηκε ο διάλογος ως εξής:

·         Τί να τα κάνω τα φλουριά, πολυχρονεμένε μου; Στο κονάκι μου θέλω να πάω, στη στάνη μου θέλω να πάω!

·         Δεν θα πάς πουθενά, αν δεν πάρεις αυτά που θέλω να σε φιλέψω, απάντησε τάχα αγριεμένος ο Αλή πασάς.

·         Αφού επιμένεις, θέλω μόνο μια χάρη!

·         Ποια χάρη, ρε τσέλιγκα; Εγώ σού χρωστάω τη ζωή μου: Πες μου τι θες!

·         Θέλω να δώσεις εντολή, να βγάλεις μια διαταγή να αφήσουν εμάς τους βλαχοποιμένες  της Μάνινας να βοσκάμε ελεύθερα τα γιδοπρόβατα από την Ήπειρο έως την Αιτωλοακαρνανία, χωρίς χαράτσια!

·         Αφού θες αυτό, από τώρα θα είστε ελεύθεροι όλοι οι βλαχοποιμένες που  ερχόσαστε στην Ήπειρο για ξεκαλοκαιριό από τη Μάνινα και κατεβαίνετε στη Μάνινα από την Ήπειρο για χειμαδιά χωρίς φόρους και άλλα χαράτσια!

Λέγεται ότι ο Γιάγκας  αποχαιρέτισε με ανακούφιση τον Αλή πασά και τού ευχήθηκε « να του αυξάνει συνεχώς το οτζάκι του».

Ο παππούς μου με στοιχεία έχει επισημάνει ότι ο πυρήνας του θρύλου αυτού είναι αληθινός. Και για να με πείσει, όπως κάνει πάντοτε, σπεύδει στην απέραντη βιβλιοθήκη του, παίρνει μερικά ογκώδη παλιά βιβλία, όπου υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία για τον θρύλο αυτό, και συνεχίζει με την παρουσίασή τους διαβάζοντας τα αντίστοιχα σημεία. Όλα αυτά τα στοιχεία, όπως μού είπε ο παππούς μου τα έχει συμπεριλάβει σε ένα νέο βιβλίο, το οποίο σχεδόν έχει ολοκληρωθεί με τίτλο «Οι αλαφροϊσκιωτοι» και στον οποίο παρουσιάζονται  ιστορίες, θρύλοι, εφιάλτες, τιμωρίες από τη Θεία Δίκη ανθρώπων που έχουν διαπράξει εγκλήματα ή αδικίες στην περιοχή μας από την αρχαιότητα έως σήμερα!

Μού έδειξε το βιβλίο του Αχμέτ Μουφίτ «Αλή πασάς ο Τεπενλελής -1744-1822» ο οποίος ήταν απόγονος του «Λιονταριού της Ηπείρου» από το οποίο προκύπτει ότι, πράγματι,  τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του τυράννου των Ιωαννίνων ήταν ταραχώδη και περιπετειώδη και ότι σώθηκε από κάποιο, το βιβλίο του Ιωάννου Λαμπρίδη (1839-1891) «Ηπειρωτικά Μελετήματα», όπου αναφέρονται, με ελαφρές παραλλαγές, ότι κρύφθηκε σε «κάδο τυρού από αρχιποιμένα», το βιβλίο του Π. Αραβαντινού «Ιστορία του Αλή πασά του Τεπενλελή» (1895), όπου αναφέρονται ακριβώς τα ίδια!

Επίσης, αναφέρει ότι η επιμονή των βλαχοποιμένων της Μάνινας να κατεβαίνουν στην περιοχή αυτή κατά τους χειμερινούς μήνες για χειμαδιό και να τη θεωρούν δική τους τεκμηριώνεται και από το βιβλίο του Γεωργίου Π. Κρέμου «Ιστορικά Επανορθώματα – Αλή πασάς» («Παρνασσός», τόμος Η΄, 1884, σελίδα 142) όπου σε σημείωση αναφέρει τα ακόλουθα:  «… Εν τη εποχή του Αλή πασά, όστις οικειοποιήθη άπασαν την Αιτωλίαν συν τη Ακαρνανία δια της δυναστείας ως ιδιοκτησία του,  ηγόραζον δια διαταγής του καθ΄ έκαστον τον χόρτον της πεδιάδος ταύτης με αρκετόν ενοίκιον οι αρβαντόβλαχοι επονομαζόμενοι και από την επαρχίαν της Κολώνιας καταγόμενοι χριστιανοί κατά την θρησκείαν δια τα ποίμνιά των, ο αρχιποιμήν των οποίων ωνομάζετο Γιάγκας. Οι ποιμένες ούτοι εν γένει ήσαν  μεγάλου και θεωρητικού αναστήματος, γενναίοι κατά την καρδίαν και άγριοι κατά την θέαν…»

Ακόμα,  απάντηση στο ερώτημα γιατί στην επιμονή του Αλή πασά να δώσει κάποιο μεγάλο δώρο, ο Γιάγκας ζήτησε μόνο να αφήσει τους βλαχοποιμένες της Μάνινας  να βόσκουν ελεύθερα τα πρόβατά τους σε όλη την περιοχή από την Ήπειρο έως και την Αιτωλοακαρνανία, ο παππούς μου βρίσκει και στο βιβλίο «Ταξίδι στην Ελλάδα – Ήπειρος», του γνωστού  Φραγκίσκου – Κάρολου - Ούγγου – Λαυρέντιου Πουκεβίλ (1770-1838).  Στο βιβλίο αυτό ο Πουκεβίλ, ο οποίος στην περίοδο 1805-1815 ήταν πρόξενος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή πασά στα Γιάννινα και με αυτήν την ιδιότητα περιηγήθηκε τα εδάφη των «ελληνικών χωρών», καταγράφοντας λεπτομερώς στοιχεία του οικονομικού, κοινωνικού και θρησκευτικού βίου των νέο-Ελλήνων, αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Οι Βλάχοι δεν είναι ανεξάρτητοι αλλά φόρου υποτελείς στον σουλτάνο, στον οποίο πληρώνουν το χαράτσι και τους άλλους φόρους για τα κοπάδια τους και για τα άλλα εισοδήματά τους στους τοπικούς πασάδες της περιοχής τους. Τα βοσκοτόπια είναι μοιρασμένα από πολύ παλιά χρόνια ανάμεσα στις διάφορες φάρες (ομάδες) των νομάδων. Οι αρχηγοί τους περιβάλλονται με πατριαρχική εξουσία και κάθε χρόνο οι νομάδες αυτοί ξεκινούν κατά οικογένειες ή και ολόκληρη ομάδα μαζί για να κατεβούν στα χειμαδιά το φθινόπωρο ή να ανεβούν στα βουνά την άνοιξη, πάντα όμως ομαδικά…. Υπολογίζεται ότι η αξία των κοπαδιών από γιδοπρόβατα που ανήκουν στο βεζύρη Αλή πασά ανέρχεται σε περισσότερα από δύο εκατομμύρια τούρκικα πιάστρα… Έχει υπολογιστεί ότι η αξία των κοπαδιών που ανήκουν στους Βλάχους ανέρχεται συνολικά σε   σαράντα εκατομμύρια πιάστρα … και από αυτά πληρώνουν φόρο κάθε χρόνο στον σουλτάνο…».

Αυτά…


1 σχόλιο: