Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

«Τόρτε, φράτι, τόρτε» και όπου φύγει – φύγει…

Ένα  ιλαροτραγικό περιστατικό που έγινε τον 6ο αιώνα μ.Χ. σε μια εκστρατεία και που είχε κωμικές συνέπειες εξαιτίας του άγραφου ελληνοβλάχικου λόγου


Γράφει ο Γιώργος Π. Μπαμπάνης


Κατά την τελευταία επιστροφή  στην Αθήνα από το χωριό,  κάναμε μια παράκαμψη κι επισκεφτήκαμε, όπως πάντα,  τον παππού μου Δημήτρη Στεργίου στο εξοχικό του σπίτι στην Αττική.  Και, προκαλώντας τον, μάς είπε μιαν ακόμη ιστορία για τους Βλάχους ή Ριμένους, όπως επιμένει,  η οποία «ανταγωνίζεται» σε γέλιο εκείνη με τον «Θύμιο», με τη διαφορά, όπως μάς είπε, αυτή  διευρύνει τις γνώσεις σχετικά με τους Ελληνόβλαχους, τον ελληνοβλάχικο λόγο και τις αρχαιοελληνικές ρίζες στον ριμένικο λόγο.

Η συζήτηση ξεκίνησε πάλι από την ελληνοβλάχικη «γλώσσα»  για την οποία επεσήμανε τη γνωστή, από την πλούσια βιβλιογραφία  και γραμματεία,  διαπίστωση ότι, κατ΄ αρχάς, δεν είναι «γλώσσα» και ύστερα ότι είναι ένα ιδίωμα με πυρήνα 4.500  αρχαιοελληνικές λέξεις (μυκηναϊκές, ομηρικές, κλασικές, βυζαντινές και νεοελληνικές ) και  «επίστρωμα» τη δημώδη λατινική, η οποία  επιβλήθηκε παντού μετά την κατάκτηση και της Ελλάδος το 146 π.Χ. Αυτό, όπως μάς είπε, αναφέρει ο Πλούταρχος, ο οποίος έγραψε τη ζωή και το έργο των μεγάλων αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων ανδρών στο γνωστό βιβλίο του «Βίοι παράλληλοι» και, το κυριότερο, έζησε  από το 50 μέχρι το 120 μ.Χ, δηλαδή εκατό μόλις χρόνια μετά την επικράτηση των Ρωμαίων στο ελληνικό χώρο και, φυσικά, στα Βαλκάνια. Όπως, λοιπόν, μάς επεσήμανε ο παππούς μου, ο Πλούταρχος αναφέρει ότι στον καρό του  «όλοι οι άνθρωποι στον προφορικό τους λόγο χρησιμοποιούσαν τον λόγο των Ρωμαίων».

Έτσι, αφού ένα αιώνα πριν είχε επικρατήσει και ήταν ακλόνητη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και όσοι τουλάχιστον υπήκοοί της (κατακτημένοι λαοί!) συναλλάσσονταν με τη ρωμαϊκή εξουσία ή την υπηρετούσαν ή απλώς ήταν αναγκασμένοι να κατανοούν και να εκτελούν τις εντολές, τους νόμους, τις δικαστικές και διοικητικές αποφάσεις, ήταν αναγκασμένοι να μάθουν και να μιλούν τη λατινική γλώσσα, όπως κι εμείς σήμερα, κυρίως, την αγγλική ή άλλη γλώσσα που είναι αναγκαία για τους σκοπούς που επιδιώκουμε και τη δραστηριότητα που αναπτύσσουμε.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται τετρακόσια χρόνια αργότερα από τον ιστορικό Ιωάννη Λυδό, σύγχρονο του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανού,  ο οποίος, μολονότι λατινόφωνος, πρώτος  καθιέρωσε την ελληνική γλώσσα στη διοίκηση και τη νομοθεσία με τις γνωστές «Νεαρές» , δηλαδή τα νέα αυτοκρατορικά διατάγματα. Ο Λυδός, λοιπόν, στο έργο του  «περί των αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας» αναφέρει (σε μετάφραση): «Όλα όσα επράττοντο  στη Βαλκανική διεφύλαξαν εξ ανάγκης τον αρχαίο νόμο να μιλούν λατινικά οι κάτοικοί της, αν και περισσότεροι ήταν Έλληνες και μάλιστα οι δημόσιοι αξιωματούχοι».
Στην κατηγορία αυτή, δηλαδή των Ελλήνων που από ανάγκη έπρεπε να μάθουν και να μιλούν λατινικά ήταν και οι πρόγονοί μας, αφού   έμεναν και δραστηριοποιούνταν σε μια περιοχή (Ήπειρος), που ήταν ζωτικός  χώρος για τους Ρωμαίους, οι οποίοι μάλιστα εκεί είχαν κατασκευάσει και την περίφημη Εγνατία Οδό που συνέδεε τη Ρώμη με την Κωνσταντινούπολη!

Αυτόν , λοιπόν, τον προφορικό λόγο έμαθαν και μιλούσαν οι πρόγονοί μας, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν μόνο «Αρωμούνοι» ή «Ριμένοι» στην Ακαρνανία, δηλαδή «Ρωμιοί», και ουδέποτε «Βλάχοι». Επίσης, τον προφορικό πάντα λόγο τον έλεγαν «αρωμούνικο» ή «ριμένικο» στην Ακαρνανία και ουδέποτε …  «βλάχικη γλώσσα».
Ύστερα από όλα αυτά, ο παππούς μου, για να καταδείξει ότι ο αρωμούνικος (ελληνοβλάχικος) λόγος ήταν προφορικός,μάς είπε και μιαν ευτράπελη και συνάμα τραγική ιστορία από την πρώτη «απόπειρα»  σύνθεσης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και της δημώδους λατινικής. Μαά είπε τα ακόλουθα:

«Στον καιρό του Ιουστινιανού τα ντόπια αυτοκρατορικά  στρατεύματα λατινοφωνούσαν. Ο ιστορικός της εποχής Θεοφύλακτος Σιμοκράτης, περιγράφοντας την εκστρατεία των Βυζαντινών κατά των Αβάρων στη Θράκη το 579-582 μ. Χ.,  σημειώνει αποκαλυπτικά τα εξής ιλαροτραγικά για την εκστρατεία αυτή (σε μετάφραση): «Και ο σύντροφος που ακολουθούσε πίσω φώναζε  στην πατρώα φωνή (τη λατινική, δηλαδή) «τόρνα, φράτερ, τόρνα» (δηλαδή «γέρνει, αδερφέ, γέρνει (το σαμάρι)», αλλά ο ημιονηγός (αυτός που έσερνε το μουλάρι)  δεν άκουσε τη φωνή, αλλά την άκουσαν τα πλήθη των στρατιωτών. Και νομίζοντας  ότι έπεσαν σε ενέδρα εχθρών ετράπησαν σε φυγή φωνάζοντας  «τόρνα, τόρνα» (γύρνα, γύρνα)!.

Και μερικές εξηγήσεις: Στην προφορική λατινική ομιλία η λέξη «τόρνα» σημαίνει στο τρίτο ενικό του Ενεστώτα « γέρνει» ή «γυρίζει» και στο δεύτερο πρόσωπο της προστακτικής σημαίνει «γύρνα πίσω». Οι Ελληνόβλαχοι της Ακαρνανίας χρησιμοποιούν την προστακτική :«τόρτε» = γύρνα πίσω!!! Επειδή όμως η ομιλία ή ο λόγος αυτός ήταν πάντα προφορικός,  η προστακτική αυτή, μαζί με το κλίμα που δημιουργεί μια πολεμική εκστρατεία, είχε ως αποτέλεσμα την … οπισθοχώρηση, διότι οι στρατιώτες νόμισαν ότι άκουγαν τη διαταγή  να επιστρέψουν πίσω για να μη … παγιδευτούν!

Τώρα, μερικές εξηγήσεις για τις παραπάνω λέξεις που έχουν αρχαιοελληνική και, φυσικά, εθνική σημασία: Το ρήμα «τόρνω» είναι ομηρικό! Το ομηρικό είναι «τορνόω» και μη νομίζετε ότι η λέξη «τουρισμός»  ή «τουρ» είναι  … ξενικές! Η λέξη, πάλι «φράτερ» ( ή «φράτι», όπως  λένε τον αδερφό οι Ελληνόβλαχοι στην Ακαρνανία)  είναι  καθαρά … ομηρική. Έτσι, αποκαλούσε  ο Αγαμέμνων τον αδερφό του Μενέλαο! (Ιλιάς Β 362 και 363)

Έτσι, η σύγχυση από την ανάμειξη των δύο γλωσσών, δηλαδή της λατινικής και τη αρχαιοελληνικής, προκάλεσε τη μεγάλη σύγχυση με τις δύο αυτές λέξεις και ίσως και σην πανωλεθρία…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου